Το blog του Ηappyfm.gr

γράφει ο Πασχάλης Δεμερτζής,φαρμακοποιός

Eιλικρινά, δε γνωρίζω πόσο δημοφιλές είναι πια αυτό το είδος της μουσικής σήμερα, πάντως κάπου εκεί στα μέσα της δεκαετίας του 60 γνώρισε μεγάλη άνθιση και επηρέασε πολύ κατοπινούς καλλιτέχνες και συγκροτήματα.
Ας κοιτάξουμε λοιπόν μέσα στο πολύχρωμο καλειδοσκόπιο των sixties για να γνωρίσουμε ένα κίνημα , τις μπάντες , τα LSD τα και τα πολύχρωμα εξώφυλλα της εποχής ..πραγματικά έργα τέχνης τα περισσότερα..
Είναι ιδιαίτερα γνωστή η άρρηκτη σχέση της μουσικής αυτής με τη χρήση ουσιών ..που έγιναν γνωστά ως παραισθησιογόνα κατά άλλους ως Ενθεογόνα. . Η λέξη εν-θεο-γόνο (Εν-Θεό-γενέσθαι), σημαίνει το μέσο που γεννά-παράγει-σχηματίζει σ’ ένα άτομο το θείο συναίσθημα. Η Ενθέωση με άλλα λόγια. Ο όρος αναφέρεται σε μια ψυχοτρόπο ουσία (συνήθως ένα φυτό με ψυχότροπη φαρμακολογική δράση ) η οποία χρησιμοποιείται στο πλαίσιο ενός πνευματικού διαφωτισμού, μιας μυστικιστικής ή μιας θρησκευτικής εμπειρίας. Ο όρος ενθεογόνο προτάθηκε για να αντικαταστήσει τις λέξεις «παραισθησιογόνο», διαδεδομένη εξαιτίας των εμπειριών των Aldous Huxley με τη μεσκαλίνη, που δημοσιεύτηκαν στο βιβλίο του οι The Doors of perception του 1953) και «ψυχεδελικό», έναν νεολογισμό για τη «δήλωση- φανέρωση της ψυχής» που προτάθηκε από τον άγγλο ψυχίατρο Humphry Osmond.Αυτο γιατί ο όρος «παραισθησιογόνο» ήταν ανάρμοστος λόγω της ετυμολογικής του σχέσης με λέξεις όπως το ντελίριο και η τρέλα. Κατά δεύτερο λόγο ο όρος «ψυχεδελικό» φάνταζε επίσης προβληματικός εξαιτίας της σχέσης του ηχητικά με τη λέξη ψύχωση και γιατί ήταν αμετάκλητα συνδεδεμένο με τους διάφορους αρνητικούς συνειρμούς που είχε επιφέρει το κίνημα των Ηippies στη δεκαετία του εξήντα.
Ήταν το 1966 που εμφανίστηκε για πρώτη φορά η λέξη «ψυχεδέλεια» στη μουσική, μια δεκαετία μετά την επινόησή της. Επρόκειτο για τον τίτλο του LP των 13th Floor Elevators, «The Psychedelic Sounds of the 13th Floor Elevators». Ήδη ένα χρόνο νωρίτερα, η εισαγωγή του LSD στη μουσική σκηνή του San Francisco , είχε φέρει μαζί της έναν άνεμο τρέλας και γέννησε μια δυναμική αντικουλτούρα που πολύ γρήγορα άρχισε να ακτινοβολεί και να δημιουργεί. Αν όταν μιλάμε για την ψυχεδέλεια αναφερόμαστε κυρίως στη μουσική, αυτό συμβαίνει επειδή εκεί το ψυχεδελικό μήνυμα δημιούργησε μια τέτοια συλλογική εμπειρία απελευθέρωσης, απαλλαγμένη από την πραγματικότητα και τα συμπλέγματά της, που στη συνέχεια εξελίχθηκε στην πιο δυνατή ουτοπία «ηδονισμού και μέθης» που γνώρισε ποτέ το Rock στην ιστορία του. Η Grace Slick , τραγουδίστρια του συγκροτήματος Jefferson Airplane, διατύπωσε με διάφανο τρόπο αυτό που αποτέλεσε το μεγαλείο αλλά και το αδιέξοδο της ψυχεδελικής εμπειρίας: «Η γενιά μας δεν είχε να απαντήσει σε κάποια πρόκληση. Κατά κάποιο τρόπο επιχειρήσαμε να προκαλέσουμε τους εαυτούς μας». Μια γενιά που πέρασε από το ασπρόμαυρο στο έγχρωμο, τη διαρκή γιορτή, τη διονυσιακή μουσική, τον ελεύθερο έρωτα και την αδελφοσύνη.
Από το ξεκίνημα των 60ties, οι beat συγγραφείς έδειξαν το δρόμο της «φυγής». Έργα όπως το «Ουρλιαχτό» του Allen Ginsberg και το «Στο δρόμο» του Jack Kerouac , έδωσαν σε πολλούς νέους το ερέθισμα για μια μποέμικη ζωή, γεμάτη όνειρα για έναν καινούργιο κόσμο. Το San Francisco ήταν εκείνη την εποχή «μια ηδονιστική πόλη που ευνοούσε τις ακραίες και αστραφτερές συμπεριφορές», σύμφωνα με τα λόγια το Paul Kantner , κιθαρίστα των Jefferson Airplane.
H ίδια πόλη ήταν παράλληλα και το πεδίο δράσης του Ken Kesey συγγραφέα του μυθιστορήματος «η φωλιά του κούκου» (1962), ο οποίος δεν άργησε να «αφοσιωθεί» στο LSD και να επηρεάσει την αγέννητη ακόμα ψυχεδελική σκηνή, συναναστρεφόμενος νέους όπως ο Jerry Garcia (μελλοντικός ηγέτης των Grateful Dead). Με την ώθηση και του Kesey το LSD εξαπλώθηκε στο San Francisco και έγινε η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στους Βeatnics και την καινούργια κουλτούρα. Ήταν οι ίδιοι οι εκπρόσωποι του beat που επινόησαν τον όρο hippies για να διαχωρίσουν το δικό τους κίνημα από μια παρέα κακομαθημένων εφήβων που αναζητούσαν την αλητεία . Η παρέα αυτή πολύ γρήγορα μεγάλωσε, φόρεσε παρδαλά ρούχα, κατανάλωσε χασίς, φοίτησε στα βιβλία της ψυχεδελικής λογοτεχνίας και ασπάστηκε την τελετουργία του LSD. Η στάση ζωής τους, παρέπεμπε σε ένα τρόπο ύπαρξης που ήταν διαμετρικά αντίθετος με οποιαδήποτε ιδέα δομής, δόγματος ή ιεραρχίας.
Το Rock που πλέον είχε άμεση σχέση με τα ναρκωτικά και εμπνεύστηκε από αυτά, γινόταν όλο και πιο δυνατό, συγκρουόμενο κατά μέτωπο με τις ‘’γλυκερές’’ μουσικές της δεκαετίας του ’50. Για τους νέους hippies , η μαριχουάνα, το LSD, η μεσκαλίνη, τα παραισθησιογόνα μανιτάρια, οι αμφεταμίνες, «ότι σε κάνει να ταξιδεύεις φίλε», ήταν η δυνατότητα της φυγής από την κυρίαρχη κουλτούρα που ήταν καταπιεστική και τυραννική, αλλά παράλληλα ήταν και ένα μέσο για την απελευθέρωση του πνεύματος από την τροχοπέδη των ταμπού και των κανόνων του κατεστημένου, η δοκιμή νέων εμπειριών…
Ναρκωτικά, μουσική και σεξουαλικότητα βάδισαν χέρι – χέρι στην καρδιά της χίπικης αντικουλτούρας. Με εφόδια τις «μαύρες» κυρίως μουσικές της Αμερικής, – blues, folk, country, gospel,rhythm & blues – τα συγκροτήματα της Δυτικής Ακτής αξιοποίησαν το ταλέντο και τη φαντασία τους δημιουργώντας την «ψυχεδέλεια», διαφοροποιήθηκαν στη συνέχεια από τις ρίζες και τις επιρροές τους, έριξαν λάδι στο καζάνι της αμφισβήτησης και βρήκαν επιπλέον λόγους για να αντιμετωπίσουν την ισχύουσα τάξη.
Εκεί,στο San Francisco στα μέσα της δεκαετία του ’60 σχηματίστηκαν οι δυο πρώτες μπάντες που αποτέλεσαν τους πρωτοπόρους του ψυχεδελικού κινήματος στη μουσική: Οι Grateful Dead και οι Jefferson Airplane. Η ηλεκτρική κιθάρα άρχισε να οργιάζει και τα νέα συγκροτήματα που άρχισαν να ξεφυτρώνουν σε όλη την Αμερική, γέμισαν το ρεπερτόριό τους με τραγούδια που γράφτηκαν υπό την επήρεια του LSD. Η ιδιαιτερότητα αυτών των συγκροτημάτων ήταν ότι η μουσική τους είχε νόημα όταν ακουγόταν σε συναυλίες, εκεί όπου το κοινό βρισκόταν στην ίδια κατάσταση με το συγκρότημα. Αυτός ήταν και ο βασικότερος λόγος που οι ηχογραφήσεις τους σε LPs δεν άντεξαν στο χρόνο (εκτός από μερικά αριστουργηματικά άλμπουμ), με αποτέλεσμα στην πλειοψηφία τους οι ψυχεδελικές μπάντες να αποδειχτούν βραχύβιες.
Όμως τα συγκροτήματα που είτε έπαιξαν αποκλειστικά ψυχεδέλεια, είτε την υιοθέτησαν σε κάποια από τα άλμπουμ τους, είτε ακόμα πειραματίστηκαν μαζί της χωρίς καν να κάνουν χρήση LSD, δημιούργησαν ένα ξεχωριστό, υπέροχο κεφάλαιο μέσα στη Rock μουσική, δημιουργώντας αξιόλογες συνθέσεις που ακόμα και σήμερα εξακολουθούν να γοητεύουν το κοινό. Ο κατάλογος είναι ατελείωτος.
Από τους Byrds και τους Beach Boys, τους Pink Floyd και τους Doors, τους Kaleidoscope, τους Ιron Butterfly και τους Love , τον Jimi Hendrix και τους Cream, μέχρι τους Beatles και τους Rolling Stones, τους Jefferson Airplane και τους Grateful Dead, τους Soft Machine και τους 13th Floor Elevators και παρα πολλους αλλους όχι τοσο γνωστούς , ακόμα και τους δικούς μας Aphrodite’s Child, η ψυχεδελική σκηνή είναι γεμάτη μεγάλα και μικρά αριστουργήματα, μεγάλα και μικρά διαμάντια, μεγάλες και μικρές μπάντες που έχτισαν το δικό τους μουσικό μύθο….
Για το τέλος έχω αφήσει τα τρία από κατά τη γνώμη μου πιο αντιπροσωπευτικά κομμάτια της εποχής που άντεξαν και στο χρόνο:
1. «Alone again or» των Love
Οι Love υπήρξαν ένα από τα κορυφαία σχήματα της ψυχεδέλειας στην αμερικανική δυτική ακτή. Δημιουργήθηκαν το 1965 στο Los Angeles και τα μέλη τους ήταν οι Arthur Lee (κιθάρα και φωνητικά), Bryan MacLean (κιθάρα και φωνητικά), John Echols (κιθάρα), Alban Pfisterer (τύμπανα) και Ken Forssi (μπάσο).
Ο αρχηγός τους, Arthur Lee, θεωρείται μαζί με τους Syd Barrett και Rocky Erickson, από τους μεγαλύτερους συνθέτες και ερμηνευτές της ψυχεδελικής σκηνής στη δεκαετία του ’60. Η μουσική των Love, ένα μείγμα από ψυχεδελικό Rock , folk rock ,barock , R&B, garaze και πρώιμο punk , προκάλεσε μεγάλη αίσθηση, αν και δεν είχε την ανάλογη προώθηση από τις δισκογραφικές εταιρείες και τα ραδιοφωνικά κυκλώματα της Αμερικής για τον λόγο ότι ο Arthur Lee ήταν έγχρωμος.
Οι Love ηχογράφησαν με την αρχική τους σύνθεση τρία άλμπουμ. Το ομώνυμο «Love» (1966) είναι το πιο σκληρό από τα τρία, κυριαρχούν το hard rock και το punk . Ακολουθεί το «Da Capo» (1967) με garage και R&B στοιχεία και την ίδια χρονιά κυκλοφορεί το αριστούργημά τους, «Forever Changes», ένα από τα καλύτερα άλμπουμ του rock. Θυελλώδη πνευστά και κλασικές κιθαριστικές φόρμες συνδυασμένες με την πιο προσεγμένη τεχνική επεξεργασία, δίνουν ένα αριστούργημα ψυχεδελικής πανδαισίας.
Ο Lee μετά το Forever Changes διέλυσε τους Love και στην πορεία των χρόνων δημιούργησε πολλά σχήματα με διαφορετικούς μουσικούς κάθε φορά, πάντα όμως με την αρχική ονομασία. Τον Απρίλιο του 2006 τού διαγνώστηκε οξεία λευχαιμία στο μυελό των οστών. Δεν σταμάτησε να περιοδεύει μέχρι το τέλος, που ήρθε στις 3 Αυγούστου της ίδιας χρονιάς…
2. «Arnold Layne» των Pink Floyd
Στις 11 Μαρτίου 1967 κυκλοφόρησε η πρώτη δισκογραφική δουλειά των Pink Floyd, το single ‘’ Arnold Layne’’ σύνθεση του Cyd Barrett. Τον Σεπτέμβρη του 1966, οι Roger Keith «Syd» Barrett (κιθάρα/φωνητικά), Roger Waters (μπάσο/φωνητικά), Nick Mason (τύμπανα) και Rick Wright (πλήκτρα) σχημάτισαν τους Pink Floyd Sound (τιμητική αναφορά στους bluesmen της Τζόρτζια, Pink Anderson και Floyd Council). Λίγο αργότερα «περιορίστηκαν» στο Pink Floyd και άρχισαν να εμφανίζονται στο φημισμένο κλαμπ UFO δίνοντας έμφαση στον αυτοσχεδιασμό και ιδιαίτερο βάρος στα οπτικά εφέ και τους ειδικούς φωτισμούς. τραγούδια της εποχής. Ο Barrett από τις πρώτες νότες έδωσε το προσωπικό του στίγμα – επικίνδυνες κιθαριστικές μανούβρες και φωνητικά υπό τη διαρκή επήρεια παραισθησιογόνων ναρκωτικών.
Το «Arnold Layne» μιλάει για ένα τραβεστί που έχει χόμπι να κλέβει γυναικεία εσώρουχα απλωμένα σε σκοινιά. Αν και έφτασε στο νούμερο 20 των charts, το τολμηρό του περιεχόμενο προκάλεσε την οργή του πουριτανικού βρετανικού ραδιοφώνου, το οποίο επέβαλε εμπάργκο στη μετάδοσή του, υποχρεώνοντας τους Pink Floyd να αλλάξουν τους στίχους για να αρθεί η απαγόρευση. Οι Waters και Wright δέχτηκαν χωρίς δεύτερη κουβέντα να φτιάξουν καινούργιους στίχους, όμως ο Syd Barrett, ενθουσιασμένος από τη λογοκρισία, απέκλεισε κάθε πιθανότητα αλλαγής του τραγουδιού.
Τον Απρίλη του 1967 γυρίστηκε ένα ασπρόμαυρο φιλμ για την προώθηση του single , όπου οι Pink Floyd έντυναν μια κούκλα πριν την περιφέρουν στην παραλία. Ένα χρόνο αργότερα, στις 6 Απριλίου του 1968, ο Syd Barrett αποχώρησε από τους Pink Floyd, χαμένος σε μια καλπάζουσα αντικοινωνικότητα λόγω της αλόγιστης χρήσης LSD και άφησε ανεκπλήρωτες μουσικές υποσχέσεις να πελαγοδρομούν στους κατεστραμμένους λαβύρινθους του μυαλού του.
3. «You’re gonna miss me» των 13th Floor Elevators
Τον Ιανουάριο του 1966 οι «13th Floor Elevators» κυκλοφόρησαν το single «You’re gonna miss me» . Οι «13th Floor Elevators» δημιουργήθηκαν στο Αustin του Τexas από τους Tommy Hall και Roky Erickson το 1965, όταν ο πρώτος προσκάλεσε τον δεύτερο να διασκευάσουν την πιο μεγάλη επιτυχία του, το «You’re gonna miss me». Ο Erickson δέχτηκε, το τραγούδι έφτασε στο Νο 56 των charts του 1966 και η φήμη τους εκτοξεύτηκε σε όλη την αμερικάνικη ήπειρο.
Μαζί όμως άρχισαν και τα προβλήματα, αφού το συγκρότημα τάχθηκε ανοιχτά υπέρ της χρήσης ναρκωτικών ουσιών (μαριχουάνα και LSD). Το 1968 ο Erickson μπήκε στην ψυχιατρική κλινική του Austin για θεραπεία (του διαγνώστηκε παρανοϊκή σχιζοφρένεια και του εφαρμόστηκε θεραπεία με ηλεκτροσόκ παρά τη θέλησή του). Την επόμενη χρονιά επέστρεψε στο ίδρυμα για να αποφύγει τη φυλάκιση, βγήκε από εκεί το 1973, αλλά ποτέ δεν μπόρεσε να συνέλθει, παρόλο που κατά καιρούς ασχολήθηκε και πάλι με τη μουσική.
Ο Erickson χρησιμοποίησε στους δίσκους του αναφορές στον Αριστοτέλη και τον Einstein στους δε στίχους του επικαλέστηκε και την «αναζήτηση της καθαρής ψυχικής υγείας». Στο ίδιο το εξώφυλλο έδωσε εξάλλου την εξήγηση αυτού του είδους ρητορικής: «Εδώ και λίγο καιρό έγινε δυνατό για τον άνθρωπο να αλλοιώνει με χημικά μέσα τη συνείδησή του». Ο τίτλος του άλμπουμ «The Psychedelic Sounds of the 13th Floor Elevators» (1966) σημείωσε για πρώτη φορά την επίσημη εμφάνιση στη σφαίρα της μουσικής της λέξης «ψυχεδέλεια», που είχε επινοηθεί δέκα χρόνια νωρίτερα, αλλά που μόλις άρχιζε να διαδίδεται.
Το όνομα της μπάντας προήλθε από το γεγονός ότι σε πολλούς αμερικάνικους ουρανοξύστες δεν υπάρχει για προληπτικούς λόγους 13ος όροφος. Παράλληλα γινόταν αναφορά στο 13ο γράμμα του αγγλικού αλφάβητου, το Μ, που είναι το αρχικό γράμμα της λέξης Marijuana.
To 1990, 21 σύγχρονα συγκροτήματα – ανάμεσά τους οι R.E.M και οι ZZ Top ηχογράφησαν ένα άλμπουμ με διασκευές συνθέσεων του Erickson ως φόρο τιμής σε έναν από τους καλλιτέχνες που τους επηρέασαν στο ξεκίνημά τους. Η κινηματογραφική ταινία High Fidelity του Steven Frears (2002, με τους John Cusack και Tim Robbins), ξεκινάει με το «You´re gonna miss me»….